"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

19 Ιουν 2017

Το λούμπεν ήρθε για να μείνει

Οικογενειακή φωτογραφία. Μεταξύ των υπουργών κάποιοι που χυδαιολογούν καθημερινά, που αναρτούν στα social media φωτογραφίες με φαλλούς, που υβρίζουν κρατικούς λειτουργούς. | ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/ΛΙΑΚΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη, από τους protagon.gr
Όταν ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος αποκαλούσε τους πολιτικούς του αντιπάλους τενεκέδες ξεγάνωτους, φρίτταμε για τον ευτελισμό του δημόσιου λόγου. Ήταν η εποχή που η πολιτική μας ζωή διατηρούσε ακέραιο το υπόστρωμα της αστικής αγωγής στο οποίο κινείτο και μικρές παρεκκλίσεις αυτού του είδους ξάφνιαζαν. Τότε οι πολιτικοί έρχονταν στη Βουλή με κοστούμια και γραβάτες και συνομιλούσαν μεταξύ τους με οξύτητα ασφαλώς, αλλά με ευπρέπεια και σεβασμό στον χώρο. Πολιτικοί σαν το μακαρίτη Γιαννόπουλο ήσαν η εξαίρεση ενώ τηλεαστέρες σαν τον κ. Λεβέντη ανήκαν στο μεταμεσονύχτιο περιθώριο. Ήταν τα χρόνια πριν από την εισβολή του λούμπεν.
Αν ζούσε σήμερα ο Γιαννόπουλος θα κατατασσόταν άνετα στους κόσμιους την πολιτικής ζωής, όπου ήδη υπάρχει ο κ. Λεβέντης. Και το κακό είναι ότι αυτός ο διαχωρισμός δεν γίνεται καν. Το λούμπεν έχει γίνει κανονικότητα. Σήμερα μπορεί ένα υπουργός να ανεβάζει στον λογαριασμό του γραβάτες με φαλλούς και να θεωρείται αστείο. Να αναδημοσιεύει άλλος υπουργός τη φράση «στ’ αρχίδια μας» για μέχρι τότε συνεργάτη του κρατικό λειτουργό και να είναι λαθάκι. Να επιτίθεται καθημερινά άλλος υπουργός στους πολιτικούς του αντιπάλους με ανορθόγραφα υβριστικά παραληρήματα, ποταμούς μείγματος μίσους και τεστοστερόνης και αυτό να  θεωρείται καθημερινότητα.
Όλοι αυτοί είναι υπουργοί ενός ανθρώπου που ασφαλώς τον χαρακτηρίζουν απολύτως. Ενός ανθρώπου που συνομιλεί με ηγέτες του κόσμου σε στάση βαρύμαγκα καφενόβιου, που στέκεται στους εθνικούς ύμνους σαν να περιμένει το τρόλεϊ, που μιλά στη Βουλή σαν πολιτικό κουτσαβάκι. Που κάνει αστεία του είδους «μη διαβάζετε εφημερίδες για να βρείτε την υγειά σας» , «αφού το πρόβλημα των προσφύγων είναι καθολικό, φέραμε τον προκαθήμενο των Καθολικών», και πολλά άλλα, κρύα μεν αλλά απολύτως ενδεικτικά ότι ποτέ δεν απέκτησε συναίσθηση του ρόλου που του ανατέθηκε και των προβλημάτων που διαχειρίζεται.
Ασφαλώς δεν ξεκίνησε το ’15 η επέλαση του λούμπεν. Ήδη από τα πρώτα χρόνια των μνημονίων υπήρχαν δύο κόμματα που υπέθαλπαν κάθε αντικοινωνική και παραβατική συμπεριφορά που λογιζόταν ως κοινωνικός αγώνας.
Τα κινήματα «δεν πληρώνω», οι μούντζες των μαθητών στις παρελάσεις, οι προπηλακισμοί, τα γιαουρτώματα και η βία κατά πολιτικών αντιπάλων, πάντα εβρισκαν μια κουβέντα συμπάθειας και κατανόησης από τους σημερινούς κυβερνήτες. Το λούμπεν είχε βαπτισθεί κοινωνικός αγώνας. Ετσι μετά φάνηκε πολύ φυσιολογικό να είναι Πρόεδρος της Βουλής κάποια που πέρασε τους θεσμούς πριονοκορδέλα χάριν της διαρκούς προσωπικής της προβολής, να είναι υπουργός κάποιος που παρότρυνε να λιντσαριστεί δήμαρχος ή να πέσουν στα τέσσερα οι βουλευτές της αντιπολίτευσης, να είναι σύμβουλος του Πρωθυπουργού ένα «λαϊκό παιδί», φανατικός της Ελένης, που πίστευε ότι η καριέρα είναι χολέρα μέχρι να ξεκινήσει καριέρα στο Μαξίμου.
Ακόμα και αυτή η πρώην βουλευτής που τελευταία έσταξε το δηλητήριό της τη στιγμή της ασθένειας ενός πολιτικού, σε αυτούς χρεώνεται. Ακόμα και ο δημοσιογραφικός υπόκοσμος και τα πληρωμένα τρολ που εμπλούτισαν το δημόσιο διάλογο με το λεξικό του «ψόφα», σε αυτούς οφείλουν την ύπαρξή τους και την ευκαιρία της πολιτισμικής τους συνεισφοράς στον τόπο.
Η γλώσσα του περιθωρίου, η γλώσσα της αδιαβάθμητης ανόδου, η γλώσσα των προσωπικών απωθημένων, η γλώσσα της αυτοϊκανοποίησης, έγινε ξαφνικά κοινό εκφραστικό εργαλείο για πάρα πολλούς ανθρώπους που ούτε στα όνειρά τους δεν φαντάστηκαν ότι θα γευτούν εξουσία, δημόσιο λόγο και ακροατήριο και φυσικά δεν είχαν καμία υποδομή ή προετοιμασία για αυτό. Και έτσι άγουρη, ανεπεξέργαστη και βίαιη εισέβαλε και κατέλαβε τη δημόσια σφαίρα, υπό τη θαλπωρή και νομιμοποίηση από δύο κόμματα που στο μεταξύ, όντας επίσης ανώριμα, κατέλαβαν την εξουσία. Και με δόσεις που ξεπέρασαν τη μέθοδο του μιθριδατισμού το λούμπεν έγινε κυρίαρχο, κανονικό και αναμενόμενο και πολύ δύσκολα πια θα φύγει.

7 Ιουν 2017

Προδότες και βολεμένοι


«Προδότες» και «βολεμένοι» οι νέοι που αναζήτησαν εργασία στο εξωτερικό. Άλλος ένας διχασμός!!!
Προδότες και βολεμένοι γιατί δεν κάθισαν φρόνιμα στο παιδικό τους δωμάτιο και ας έγιναν σαραντάρηδες…
Προδότες και βολεμένοι γιατί δε συμβιβάστηκαν με την αναξιοκρατία, το βόλεμα, το ρουσφέτι, την ανεργία, την παρακμή….
Προδότες και βολεμένοι γιατί δεν ήθελαν να βλέπουν τα πτυχία τους κορνιζαρισμένα, στο πατρικό σπίτι, και ταυτόχρονα να ζουν την ανεργία…
Προδότες και βολεμένοι γιατί αντιστάθηκαν στην αδιαφορία του κράτους που μέσα στην κρίση τούς ξέγραψε….
Προδότες και βολεμένοι αυτοί και ας τους έφαγαν ή κατασπατάλησαν οι προηγούμενες γενιές, με τις ευλογίες του πολιτικού συστήματος, και τους δικούς τους πόρους… 
Προδότες και βολεμένοι αυτοί που η γενιά τους πληρώνει το τίμημα των ανομημάτων του παρελθόντος
Ούτε οι νέοι που έφυγαν ούτε οι νέοι που έμειναν είναι οι προδότες. Αυτοί είναι οι προδομένοι. Αυτοί είναι τα θύματα. Είναι η γενιά που είδε να της κλέβουν τα όνειρα και την ελπίδα. 
Αντί να καθίσουμε και να αναλογιστούμε γιατί η νέα γενιά μεταναστεύει και ταυτόχρονα διακρίνεται και προοδεύει εκεί στα ξένα την πετροβολούμε…
Αντί να δούμε πώς θα στηρίξουμε τη νέα γενιά που φτάνει τα σαράντα και δεν έχει ένα ένσημο, όχι γιατί το θέλει αλλά γιατί της το επιβάλλουν, την κατακρίνουμε….
Αντί να φτιάξουμε ως κράτος ένα σχέδιο στήριξης των νέων ώστε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους τα δυνατότερα μυαλά που μετανάστευσαν, σφυρίζουμε αδιάφορα και κάποιοι, δυστυχώς, επικροτούν αυτούς που τους αποκαλούν προδότες, βολεμένους, αλήτες…
Ντροπή.

29 Μαΐ 2017

Στη χώρα όπου το λούμπεν έγινε mainstream και ο «ελληνάρας» πρότυπο συμπεριφοράς

Της Κατερίνας Παναγοπούλου, από την athensvoice.gr
Οι περισσότεροι θεωρούσαμε όλα αυτά χρόνια ότι το πρόβλημα που προκάλεσαν στην κοινωνία όλοι οι τάχα ηρωικοί αντιμνημονιακοί αγώνες ήταν οικονομικό. Ότι καθυστέρησαν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις που θα έβγαζαν από το τέλμα την οικονομία, ότι κράτησαν στο απυρόβλητο συντεχνίες και ομάδες που είχαν προνομιακό διάλογο με την εκάστοτε εξουσία, ότι οδήγησαν την χώρα που ήταν βυθισμένη στην ύφεση να δίνει μάχες οπισθοφυλακής.
Το τρομοκρατικό χτύπημα κατά του κ. Λουκά Παπαδήμου, όπως και οι αντιδράσεις που ακολούθησαν, ανέδειξαν το μείζον πρόβλημα, που φοβόμασταν να αντικρίσουμε κατάματα. Η ελληνική κοινωνία δεν διχάστηκε απλά. Αποσαθρώθηκε. Τρελάθηκε. Αποσταθεροποιήθηκε. Η ρητορική του μίσους που χρησιμοποίησε προεκλογικά η σημερινή κυβέρνηση για να έρθει στην εξουσία, τα συνθήματα «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», οι κραυγές για προδότες, προσκυνημένους και δοσίλογους, η διάχυση της ανομίας και της ανοησίας, η προκλητική ανοχή και το χάιδεμα της τρομοκρατίας οδήγησαν να βγει στην επιφάνεια το περιθώριο. Να αποθεωθεί. 
Το λούμπεν έγινε mainstream. Οι πιο κατακριτέες συμπεριφορές άρχισαν να αποτελούν ένδειξη μαγκιάς. Αυτά που κάποιος ντρεπόταν να εκστομίσει έστω και σε μία παρέα, έγιναν περήφανες διακηρύξεις στα social media και τα τηλεπαράθυρα. Ο «ελληνάρας» που με ντροπή και ενοχή βρισκόταν βαθιά κρυμμένος μέσα μας, βγήκε με θράσος δικαιωμένος στην επιφάνεια και αποτέλεσε περήφανο πρότυπο συμπεριφοράς. Η μόρφωση, τα πτυχία και η επαγγελματική καταξίωση αντιμετωπίζονται αν όχι με μίσος, με καχυποψία. Οι χυδαιολογίες και το bullying στους ιδεολογικούς αντιπάλους ονομάστηκε ηρωικός αγώνας και η αριστεία ρετσινιά.  
Ποιος θα μπορούσε έστω και να φανταστεί ότι σε μία χώρα με δημοκρατικό πολίτευμα θα γινόταν τρομοκρατικό χτύπημα κατά πρώην πρωθυπουργού, ενός ανθρώπου που όπως αποκαλύφθηκε αρνήθηκε ακόμα και τον μισθό του πρωθυπουργού και θα τολμούσε η πρώην πρόεδρος της Βουλής να γράψει μία μόλις μέρα μετά και ενώ ο άνθρωπος βρισκόταν ακόμα στην εντατική «εγώ δε θα καταδικάσω τη βία, θα καταδικάσω τα μνημόνια». Η γυναίκα που κατείχε το τρίτο κατά σειρά πολιτειακό αξίωμα της χώρας έγραψε: «στον τραυματισθέντα» (λες και είχε τροχαίο) «δοτό μνημονιακό πρωθυπουργό, που κατέλαβε το αξίωμα με πραξικόπημα και υπηρέτησε πιστά την μνημονιακή τυραννία, εύχομαι ταχεία ανάρρωση. Όταν αποκατασταθεί η Δημοκρατία και λειτουργήσει η Δικαιοσύνη στη χώρα, θα κριθεί». Όταν η γυναίκα που κατείχε κορυφαίο θεσμικό αξίωμα γράφει έτσι, πώς να απαιτήσει κανείς σοβαρότητα, υπευθυνότητα και δημοκρατικά αντανακλαστικά από τα ημιεγγράμματα τρολ του διαδικτύου; Πριν κάποια χρόνια, ακόμα κι αν κάποιος αντιπαθούσε το θύμα μίας τρομοκρατικής επίθεσης, θα το εξομολογούνταν στα στενά όρια της παρέας του κι αυτό με συστολή και ένα αίσθημα ενοχής. Ένα τμήμα του πολιτικού συστήματος της χώρας όμως γαλούχησε μία ολόκληρη γενιά στην έλλειψη στοιχειώδους κοινωνικής συμπεριφοράς, στον κοινωνικό φθόνο και το ταξικό μίσος 
Η εργαλειοποίηση της βίας, η επένδυση στη μνησικακία, η πυροδότηση θυμικών αντανακλαστικών, οι θλιβερές αναλύσεις περί δικαιολογημένης καλής βίας δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για την αποσταθεροποίηση σημαντικού τμήματος της κοινωνίας, που θεώρησε πρότυπο συμπεριφοράς αυτό του μεθυσμένου ψευτονταή σε παρακμιακό νυχτερινό κέντρο. Όταν ένας κωμικός ηθοποιός και τότε βουλευτής των ΑΝΕΛ γράφει δημόσια στο twitter «λάθος ανθρώπους σκότωνε η 17 Νοέμβρη», «πούστη προδότη Παπαδήμο», «Μόνο η βία θα μας σώσει τέλος» και κατόπιν αυτών, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ τον ανταμείβει τοποθετώντας τον υφυπουργό Εργασίας, ποιο μήνυμα στέλνεται στην κοινωνία; Όταν η ανακοίνωση ενός κόμματος αναφέρει «η κυβέρνηση Παπαδήμου είναι πολιτική Χούντα για την επιβολή δημοσιονομικής πειθαρχίας και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται» (!), όταν η ίδια εφημερίδα παρομοιάζει τον κ. Παπαδήμο με τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, όταν site μετέπειτα ευρωβουλευτή του ίδιου κόμματος βγάζει τον Παπαδήμο ντυμένο με ναζιστική στολή, τη στιγμή που η ΧΑ έχει μόνιμη επωδό τη λέξη Χούντα, η κοινωνία λαμβάνει ένα συγκεκριμένο σήμα. Το ίδιο και όταν η κ. Φωτίου σχολιάζει από τηλεπαράθυρο «είναι προφανές ότι και ο Άδωνις έχει προκαλέσει εξαιρετικά τον ελληνικό λαό» όταν ρωτήθηκε για την τρομοκρατική επίθεση με γκαζάκια εναντίον του.
Εάν κανείς είχε απορία για την έννοια της θεωρίας των δύο άκρων μπορούσε να ρίξει μία ματιά στα social media και στα σχόλια που ακολούθησαν της τρομοκρατικής επίθεσης. Φασίστες όλων των αποχρώσεων χασκογελούσαν με τη δολοφονική επίθεση κατά του πρώην πρωθυπουργού, κάποιοι εύχονταν να είχε πεθάνει, άλλοι προανάγγελναν και επόμενες τρομοκρατικές επιθέσεις. Σε ποιο κράτος του κόσμου θα έμεναν ατιμώρητες τόσο προκλητικές προτροπές σε ποινικά αδικήματα;
Διότι είναι διαφορετική η πολιτική κριτική, τα επιχειρήματα, η άποψη και η πολιτική αντιπαράθεση ακόμα και σε υψηλούς ή πολύ υψηλούς τόνους και διαφορετική η υποκίνηση σε πράξεις βίας, η στοχοποίηση, η διαπόμπευση, οι χυδαιολογίες και η ρητορική του μίσους. Είναι άλλο να αντικρούει κανείς την αντίπαλη άποψη και διαφορετικό να προσβάλλεις την προσωπικότητα κάποιου αποκαλώντας τον μίσθαρνο όργανο, προσκυνημένο ή προδότη. Είναι διαφορετικό να γράψει κανείς για το ναυάγιο του Eurogroup, να μεμφθεί τον εκάστοτε πρωθυπουργό για την ανακολουθία λόγων και έργων, να ασκήσει σκληρή κριτική για μία αποτυχημένη πολιτική και άλλο να λες επικίνδυνες ανοησίες για Πηλιογούσηδες ή για κρεμάλες και να γράφεις «η κυβέρνηση είναι Χούντα και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται». Σε μία δημοκρατική κοινωνία η πολιτική κριτική δεν έχει καμία σχέση με τη συκοφαντία, τα γιαουρτώματα και τους προπηλακισμούς, που σύμφωνα με κάποιους συνέβαιναν εξαιτίας της «δικαιολογημένης οργής των πολιτών, διότι ο Πάγκαλος προκάλεσε τον ελληνικό λαό», χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι όταν ανέχεσαι, υποδαυλίζεις ή πυροδοτείς πράξεις βίας, κάποιος αφελής μπορεί να κάνει κάτι ανεπανόρθωτο.
Τεράστια ευθύνη φυσικά έχουν και τα κόμματα της σημερινής αντιπολίτευσης. Διότι αντιδρούν με αντανακλαστικά χελώνας στο γιγάντωμα του φασισμού. Όταν κορυφαίος υφυπουργός της κυβέρνησης χαρακτηρίζει τους πολιτικούς του αντιπάλους ως «γκεσταπίτες» και όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα αντιδρούν σαν να βρίσκονται σε κωματώδη αφασία, οι πολίτες μπερδεύονται. Λαμβάνουν λάθος μήνυμα. Το θεωρούν σαν κάτι το φυσιολογικό. Τα κόμματα της αντπολίτευσης σε κατάσταση ζεν έχουν μετατραπεί σε απλούς θεατές της επικαιρότητας, σαν όλα αυτά που συμβαίνουν, να συμβαίνουν αλλού. Σαν να μην έχουν ευθύνη οι ίδιοι να επιβάλλουν τη νομιμότητα, σαν να είναι απλοί αρθρογράφοι και σχολιαστές. 
Η αδράνεια και η χλιαρή τους στάση φτάνει σε τέτοιο βαθμό, που προκαλεί πλέον ερωτηματικά για τις αιτίες που την προκαλούν. Τι θα συνέβαινε άραγε εάν την εποχή που ήταν υπουργός ο Γιάννης Στουρνάρας αποκαλούσε τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ «γκεσταπίτες»; Δε θα απαιτούσαν την καθαίρεσή του; Αντ’ αυτής, τα κόμματα της αντιπολίτευσης βγάζουν χαριτωμένες κοινότοπες ανακοινώσεις για την ανάγκη εθνικής συστράτευσης. Γι’ αυτό άλλωστε έχουν χάσει την επικοινωνιακή μάχη από τα αποδυτήρια. «Αρωγός» στο κλίμα αποσταθεροποίησης βέβαια όλα αυτά τα χρόνια είναι και τα ΜΜΕ. Που θεώρησαν ότι το χρέος τους στην κρίση είναι το χάιδεμα και η συλλογική απενοχοποίηση των πολιτών, που, όπως και να το κάνουμε, πάντα φέρνει νούμερα. 
Το ήθος με το οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση βρίσκεται στο χειρότερο σημείο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην μεταπολιτευτική ιστορία και ο δημόσιος διάλογος εξαντλείται στην ύπαρξη σεξισμού ή μη στη φράση «αν φοράτε παντελόνια» που είπε πρόσφατα ο Ανδρέας Λοβέρδος. 

18 Μαΐ 2017

Το βαρύ χέρι των συριζαυγιτών

Του Θανάση Χειμωνά, από το liberal.gr

Η χθεσινή χειροδικία του Ηλία Κασιδιάρη εναντίον του Νίκου Δένδια αποτελεί το τελευταίο (μέχρι το επόμενο) επεισόδιο του σίριαλ: «Η νεοναζιστική οργάνωση τραμπούκων που ονομάζεται Χρυσή Αυγή». Αν και ουσιαστικά μονότονη η παρέα του Νίκου Μιχαλολιάκου φροντίζει να προσθέτει και κάτι καινούργιο στη δοκιμασμένη συνταγή της.
Χθες, ας πούμε, για πρώτη φορά βιαιοπράγησε και εντός των τειχών του ελληνικού κοινοβουλίου. Μέχρι τώρα, οι πράξεις βίας – αναπόσπαστο κομμάτι της ιδεολογίας της - ξεκινούσαν από τα σκοτεινά σοκάκια του Αγίου Παντελεήμονα, των Πετραλώνων και του Κερατσινίου και έφταναν μέχρι και μπροστά στις κάμερες των τηλεοπτικών πλατό.
Στη βουλή όμως οι χρυσαυγίτες είχαν περιοριστεί σε λεκτικές επιθέσεις. Αύριο μπορεί να τραβήξουν και κάνα πιστόλι - ποιος ξέρει.
Η αλήθεια βέβαια είναι πως το 2013 το σίριαλ αυτό διεκόπη όταν σχεδόν σύσσωμη η οργάνωση κατέληξε στη μπουζού (που λέει κι η Ζαρούλια) για τον φόνο του Παύλου Φύσσα. Σήμερα όμως τους έχει βγάλει όλους έξω ο Αλέξης Τσίπρας. Για να σπάνε στον ξύλο τον πρωτεργάτη εκείνης της –βραχυπρόθεσμης δυστυχώς - απονομής δικαιοσύνης. Τον Νίκο Δένδια.
Για τη Χρυσή Αυγή έχω γράψει δεκάδες άρθρα. Δεν έχω κάτι να προσθέσω. Και πολλά έχω πει. Καλό είναι να μην παρατραβάει κανείς το σκοινί σε τέτοια θέματα. Αυτό που συνεχίζει να με εντυπωσιάζει είναι η αγαστή συνεργασία ανάμεσα σε αυτήν και τον ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο ο Lennon με τον McCartney τον καιρό των Beatles είχαν αναπτύξει τέτοια στενή σχέση.
Μόνο ο Andy Cole με τον Dwight Yorke στη μεγάλη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του ’99 βρισκόντουσαν με κλειστά μάτια σε τέτοιο βαθμό.
Δεν μπορώ φυσικά να γνωρίζω με σιγουριά το αν ο Κασιδιάρης όντως επιτέθηκε στον Δένδια με σκοπό να αποπροσανατολίσει τον κόσμο από το τέταρτο μνημόνιο που μας φόρτωσε το «ξαδερφάκι» του ο ΣΥΡΙΖΑ. Κανείς δεν είναι σε θέση να ξέρει τι κρύβεται στο μυαλό του συγκεκριμένου. Όσοι όμως παρακολουθούν από κοντά το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ επιβεβαιώνουν πως εδώ και μέρες οι χρυσαυγίτες έψαχναν ευκαιρία για μανούρα.
Μια ευκαιρία που τους δόθηκε με την Μπρωτοφανή και Μπροκλητική κίνηση του Δένδια να περάσει μπροστά από τον Κασιδιάρη την ώρα που ο τελευταίος ανέπτυσσε το σχέδιο που θα βγάλει την Ελλάδα μας από την κρίση. Για κάποιο περίεργο λόγο ο τηλεσκηνοθέτης απέσυρε την κάμερα χιλιοστά του δευτερολέπτου πριν την επίθεση. Έτυχε επίσης να μην επιτραπεί η είσοδος των δημοσιογράφων στην αίθουσα την συγκεκριμένη στιγμή. Για δες κάτι συμπτώσεις βρε παιδί μου…
Είναι εντυπωσιακό πως οι χρυσαυγίτες επιτίθενται σταθερά σε στελέχη όλων των κομμάτων εκτός από το μόρφωμα των ΣΥΡΙΖΑΑΝΕΛ. Κάτι αντίστοιχο όμως συμβαίνει και από την άλλη πλευρά. Πράγματι, αν εξαιρέσεις τον παλιόφιλο Πέτρο Τατσόπουλο (που ουσιαστικά δεν ήταν ποτέ ΣΥΡΙΖΑ) τη Βασιλική Κατριβάνου (που έχει πια εγκαταλείψει την Κουμουνδούρου) και τον Χρήστο Καραγιαννίδη (άλλο τι λέει για τα «μπακαλίστικα»), οι «αριστεροί» συριζαίοι βουλευτές δεν έδειξαν ποτέ να ενοχλούνται από τα ξυρισμένα καλόπαιδα που κάθονται λίγες θέσεις πιο πέρα.
Είναι εξάλλου γνωστό πως ο σκληρός πυρήνας των οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ ποτέ δεν είχε κάποιο πρόβλημα με την Χ.Α. Εκτός π.χ. από όταν η «ακροκεντρώα» Athens Voice δημοσίευσε μια σαχλαμάρα για το ντύσιμο της Ουρανίας. Είναι λογικό άλλωστε. Ο μέσος συριζαίος οπαδός (όχι περιστασιακός ψηφοφόρος, οπαδός) δεν διαφέρει καθόλου από τον μέσο ψηφοφόρο της Χρυσής Αυγής (φυσικά δεν αναφέρομαι στους οργωμένους σκίνχεντς αλλά στους «αγανακτισμένους» που την ψηφίζουν από το ’12 και μετά).
Τους ενώνει το άσβεστο μίσος για τον Μεσαίο Χώρο (στον οποίον αμφότεροι εντάσσουν σύσσωμη την Νέα Δημοκρατία) και την Ευρώπη. Όσο και αν ψάξεις δεν θα βρεις ούτε έναν (έναν!) συριζαίο ψηφοφόρο που να καταδίκασε το ξύλο στον Δένδια. Τον Δένδια που οι ίδιοι «ξέσκιζαν» πριν λίγες μέρες για τη σεξιστική επίθεση (!) στη Γεωργία Βασιλειάδου. Αν θυμάστε, ακόμα και όταν ο Κασιδιάρης είχε επιτεθεί στη «δικιά τους» Ρένα Δούρου, οι συριζαίοι είχαν μείνει μάλλον σιωπηλοί τη στιγμή που το «Ακραίο Κέντρο» ήταν στα κάγκελα. Είναι ξεκάθαρο πως δεν θεωρούν τους χρυσαυγίτες εχθρούς τους.
Τα παραδείγματα της λατρείας του επίσημου ΣΥΡΙΖΑ προς τη Χρυσή Αυγή δε, είναι πάμπολλα. Από τη – χουντικής αισθητικής - φιέστα στο Καστελόριζο έως τον υπολογισμό των χρυσαυγίτικων ψήφων στην προσπάθεια να φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ το σύνταγμα στα μέτρα του. Και από τις δηλώσεις του τέως υπουργού Δικαιοσύνης Νίκου Παρασκευόπουλου περί «εκδημοκρατισμού» της Χρυσής Αυγής μέχρι την αποφυλάκιση των δολοφόνων του Φύσσα για την οποία μιλήσαμε παραπάνω.
Σε ό,τι αφορά την επίθεση στον Δένδια πάντως έχω μια άλλη θεωρία, ακόμα πιο συνομωσιολογική: Το ντου του Κασιδιάρη ήταν μια επίδειξη δύναμης. Όχι μόνο της Χ.Α. αλλά του «αντιμνημονιακού» (λέμε τώρα) καθεστώτος που μας κυβερνά.
«Να προσέχετε τι λέτε γιατί θα πέφτει ξύλο». Σαν κι αυτό που είχε φάει και ο Γιώργος Κουμουτσάκος από τον όχλο των κάφρων πριν κάνα χρόνο. Η Χρυσή Αυγή αποτελεί χρυσή εφεδρεία του καθεστώτος των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Και αξιοποιείται σε καταστάσεις σαν τη χθεσινή.

6 Μαΐ 2017

Η λήθη είναι πάντα ευεργετική;

Του Διονύση Γουσέτη, από το marketnews.gr
Τον 19ο αιώνα ο μεγάλος Ιταλός συνθέτης Γκαετάνο Ντονιτσέττι συνέθεσε την όπερα «Λουτσία ντι Λαμερμούρ», βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του -επίσης μεγάλου- Σκωτσέζου συγγραφέα σερ Ουώλτερ Σκοτ. Η ηρωίδα του έργου Λουτσία ήταν ερωτευμένη με τον Εδγκάρδο, αλλά υποχρεώθηκε να παντρευτεί τον Αρτούρο. Μη μπορώντας να υποφέρει την επαφή με τον σύζυγό της, η Λουτσία τον σκοτώνει με το μαχαίρι του τη νύχτα του γάμου. Στη συνέχεια ο οργανισμός της, για να αντέξει τη βαριά ενοχή που τον βάραινε, αποβάλλει τη μνήμη και τη λογική. Η Λουτσία δεν αντέχει να δει κατάματα την πραγματικότητα της πράξης της και την παραβλέπει, σαν να μην έγινε. Στη διάσημη άρια «της τρέλας» αναζητά την ευτυχία της στην ανάπλαση της ευτυχισμένης εποχής με τον αγαπημένο της Εδγκάρδο, ο οποίος στην πραγματικότητα βρίσκεται μακριά. Ο φόνος έχει σκεπαστεί από τη λήθη. 
Μια παρόμοιου είδους παράνοια νιώθω ότι έπαθε η ελληνική κοινωνία. Δεν αντέχει να δει κατάματα την αλήθεια των εγκληματικών πράξεών της. Και τις παραβλέπει όλες μια- μια, παραβλέποντας μαζί και τη χρεοκοπία που αυτές προκάλεσαν.
Παραβλέπει τη διάχυτη ανομία που άρχισε τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης και τώρα πλέον εξαπλώνεται με ραγδαίους και ανεξέλεγκτους ρυθμούς. Παραβλέπει τη φοροδιαφυγή εισοδημάτων 28 δισ. που διέπραξε. Παραβλέπει το όργιο των πρόωρων συντάξεων και των χαριστικών επιδομάτων που επεδίωξε. Παραβλέπει τα προνόμια των συντεχνιών που υποστήριξε στο όνομα του συνδικαλισμού. Παραβλέπει τα κλειστά επαγγέλματα που δε λένε ακόμα, μετά από επτά χρόνια λιτότητας, να ανοίξουν.
Παραβλέπει ότι από το 2001 ως το 2009 το κράτος στο σύνολό του1 ξόδεψε 827 δισ. ευρώ και εισέπραξε 695. Ότι δηλαδή μπήκε μέσα 132 δισ! Αλλιώς, για να έχουμε την πραγματική εικόνα, 50 ΕΝΦΙΑ!
Παραβλέπει ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μάνου Ματσαγγάνη, αν στους 2.656.000 συνταξιούχους και τους 640.000 δημοσίους υπαλλήλους προσθέσει κανείς και τους 423.000 αγρότες που ουσιαστικά ζουν από το κράτος, τότε προκύπτει ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού έχει καταντήσει εξαρτημένη πελάτισσα του κράτους και των πολιτικών, αντί να αναπτύσσει πρωτοβουλία, ευθύνη και καινοτομία όπως γίνεται στις χώρες των δανειστών μας.
Παραβλέπει το έγκλημα της διαφθοράς, στο οποίο η ίδια κοινωνία είναι πρωταθλήτρια. Ο τ. Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοικήσεως, Λέανδρος Ρακιντζής, δήλωσε2: «Το κόστος της διαφθοράς φτάνει τα 33 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, συνεπώς αν για δέκα χρόνια δεν είχαμε φαινόμενα διαφθοράς, θα είχε εκλείψει το δημόσιο χρέος της χώρας».
Παραβλέπει το έγκλημα της πολυνομίας που διέπραξε. Από συστάσεως του ελληνικού κράτους έως σήμερα, επεσήμανε ο κ. Ρακιντζῆς3, έχουν ψηφισθεί 17.500 νόμοι και έχουν εκδοθεί 120.000 εγκύκλιοι, ενώ ο Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός αποτελείται από 30.000 σελίδες! Η πολυδαίδαλη νομοθεσία ενισχύει την αυθαιρεσία του κράτους και καθιστά δύσκολη την αντιμετώπιση της διαφθοράς.
Παραβλέπει το έγκλημα της δημιουργίας μιας πρωτοφανούς γραφειοκρατίας, το κόστος της οποίας ο κ. Χρήστος Κήττας, μέλος του Λογιστικού Συλλόγου Αθηνών εκτιμά σε 14 δισ. ευρώ ετησίως4.
Παραβλέπει το έγκλημα της φοροδιαφυγής που εκτείνεται σχεδόν στους μισούς φορολογούμενους5 .
Παραβλέπει τις εγκληματικές αντιδράσεις σε προσπάθειες ξένων επενδυτών να επενδύσουν στη χώρα μας, συμβάλλοντας στην ανάπτυξή της και στις προσφερόμενες θέσεις εργασίας. Οι αντιδράσεις γίνονται με διάφορα προσχήματα: μια καταγγέλλονται ως «ξεπουλήματα», μια ως «καταστροφείς του περιβάλλοντος», μια ως «φαραωνικά έργα» κλπ. Για παράδειγμα, πολεμήθηκε λυσσασμένα η παραχώρηση προβλήτας του λιμανιού του Πειραιά στη Κινέζικη εταιρεία COSCO, που όταν τελικά πραγματοποιήθηκε εκτίναξε τις εισπράξεις, την ίδια στιγμή που στα περιφερειακά λιμάνια οι σύμβουλοι που έχουμε προσλάβει είναι.. περισσότεροι από τους εργαζόμενους6.
Παραβλέπει την εγκληματική παραβίαση της νομοθεσίας της ΕΕ, στην οποία ανήκουμε: παράνομες πελατειακές επιδοτήσεις με λεφτά των εταίρων μας. Το αποτέλεσμα είναι να ζητούν οι εταίροι μας επιστροφή 3 δις7.
Παραβλέπει και το έγκλημα που αποκαλύφτηκε πρόσφατα (17/4/2017)8 ότι δυο εκατομμύρια στρέμματα δημόσιας γης (!) υπέστησαν διπλό έγκλημα: από τη μια καταπατήθηκαν από «αγρότες» και από την άλλη οι «αγρότες» αυτοί επιδοτήθηκαν με λεφτά των εταίρων – δανειστών μας για την «καλλιεργούμενη γη τους». Τέτοιες ειδήσεις εγκλημάτων είναι πάμπολλες και όλες αντιμετωπίζονται σαν να μην υπάρχουν. Κανείς δεν διαμαρτύρεται. Κανείς δεν διαδηλώνει. Η κοινωνία της παράνοιας δεν αντέχει να τις θυμάται.
Έχει ξεχάσει η ελληνική κοινωνία και τα χρήματα που έχει λάβει από τους εταίρους μας για να αναπτυχθεί και να βγει από τη μιζέρια. Από το 1981 που προσχωρήσαμε στην τότε ΕΟΚ έως και σήμερα, η Ελλάδα δέχθηκε σε επιδοτήσεις και ποικίλης μορφής δάνεια -από την Ευρώπη κυρίως- το απίστευτο ποσόν των 1.260 δισεκατομμυρίων ευρώ, ήτοι διαχρονικά, κάπου επτά Ακαθάριστα Εγχώρια Προϊόντα (ΑΕΠ). Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 63 χρόνια δυτικής οικονομικής βοήθειας στους πεινασμένους όλης της Αφρικής. Επίσης, είναι δεκαπλάσιο από την οικονομική στήριξη που δέχθηκαν τα 20 τελευταία χρόνια οι 12 πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης (Παπανδρόπουλος, 22/7/2015). Τα χρήματα αυτά, αντί να επενδυθούν για την ανάπτυξη του τόπου, κατασπαταλήθηκαν και μετά σκεπάστηκαν από τη λήθη.
Και για να αντέξει τη βαριά ενοχή της, η ελληνική κοινωνία παραβλέπει όλα τα παραπάνω εγκλήματα και θεωρεί υπεύθυνα για τη δυστυχία της τα «μνημόνια». Αναζητά την ευτυχία της, όπως η Λουτσία, στην ανάπλαση της ευτυχισμένης εποχής που έρρεε το δανεικό χρήμα. Μα η ευτυχισμένη εποχή, όπως στην όπερα, βρίσκεται μακριά.
Για τα άτομα η λήθη είναι συχνά ευεργετική. Καλύπτει τα δυσάρεστα γεγονότα. Εξαφανίζει από τη συνείδηση κάποια αφόρητη παράσταση. Όταν όμως κανείς αναφέρεται σε κοινωνίες, η λήθη είναι καταστρεπτική. Διότι ο βίος των κοινωνιών δεν είναι πεπερασμένος, όπως των ατόμων. Και ένα έγκλημα που έγινε στο παρελθόν, αν πέσει στη λήθη, μπορεί να επαναληφθεί από επόμενες γενιές. Και το κράτος μας έχει πτωχεύσει επτά φορές από τη σύστασή του (Γ. Δερτιλής)! Ένα κοινωνικό φαινόμενο, όταν επαναλαμβάνεται συνεχώς, παίρνει το χαρακτηρισμό «εθνική κουλτούρα». Οι δε συνέπειες του χαρακτηρισμού στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η απώλεια εμπιστοσύνης και η απαξίωση από τους εταίρους - δανειστές. Και είναι βαριές. Φοβάμαι μάλιστα, ότι οι έσχατες συνέπειες δεν έχουν έρθει ακόμα.
Δαπάνες και έσοδα Γενικής Κυβέρνησης σε δισ. ευρώ (τρέχουσες τιμές, πρωτογενή στοιχεία Eurostat).
Εφημερίδα «Εστία», 9/10/2015
Στο ίδιο
Αθ. Παπανδρόπουλος. Εφημερίδα «Εστία», 15/11/2015
Εφημερίδα «Έθνος» 15/3/2016
Εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», 21/11/2016
Εφημερίδα «Έθνος» 11/3/2017
Εφημερίδα e-Κρήτη, 17/4/2017
Δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή στο τεύχος Μαΐου 2017 της μηνιαίας εφημερίδας «Κρητικός Λόγος»
- See more at: http://marketnews.gr/article/554989/h-lhthi-einai-panta-eyergetiki#sthash.XouzF60L.dpuf

24 Απρ 2017

Ο Κορμός - Η απειλή της κενολογίας

Πηγή:http://www.macroskopio.gr/el/o-kormos
Είναι εκπληκτικό το ότι στην Ελλάδα της Κρίσης με τα μύρια όσα προβλήματα και απειλές για τον καθένα μας ανεξαιρέτως, το FaceBook αντί να αποτελεί μέσο επικοινωνίας και ανταλλαγής απόψεων, έχει καταντήσει να χρησιμοποιείται ως Αυτολογοκριμένη Αερολογία με ευθύνη αποκλειστικά και μόνο των χρηστών του.
Ποστάρουμε σε ένα μεγάλο ποσοστό ασημαντότητες και άλλα αντ’ άλλων να αγαπιόμαστε, ενώ η χώρα βυθίζεται και ο διάλογος αν μη τι άλλο είναι πιο απαραίτητος από ποτέ στο παρελθόν.
Σαν επιδημία έχει πέσει πάνω μας η μανία των σχολιασμών περί ανέμων και υδάτων, γευμάτων και χαρωπών ‘αυτό-φωτογραφήσεων’. Και άντε στις μικρές ηλικίες είναι φυσιολογικό. Ας γλιτώσουμε τους εφήβους από τη στεναχώρια της πραγματικότητας.
Οι μεγαλύτεροι όμως; Όλοι εμείς που βιώνουμε την απώλεια του βιοτικού επιπέδου;
Πόσο πιο φοβισμένοι ατομικιστές, εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμό μας μπορούμε να γίνουμε τελικά;
Αναρωτιέμαι αν έχει πάτο το βαρέλι της εσωστρέφειάς μας σε μια κοινωνία που ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ πως είναι εξωστρεφής.
Το παρήγορο είναι πως δεν είμαστε οι μόνοι στρουθοκαμηλίζοντες της πρόσφατης ιστορίας μας.
Έχουμε παράδοση σε αυτά, καθώς αυτή η ατραπός θυμίζει το τι συνέβαινε και πριν την καταστροφή της Σμύρνη, όπου με φρου φρου και αρώματα και μικροαστική επιφανειακότητα οι προπάπποι μας και οι προγιαγιάδες μας ξόρκιζαν τον Φόβο.
...κάτι είναι κι αυτό, κρατάμε την παράδοση στο ύψος της.
...και έτσι ξέρουμε από πριν και την κατάληξή μας και δεν αγχωνόμαστε για το τι θα συμβεί.
...έχει μια σοφία αυτό μέσα του.
Βέβαια και τότε πίστευαν ότι ο καθένας με τα λεφτά του, τις γνωριμίες του και τα κονέ του θα βρει μια άκρη. Έτσι οικογενειακά για τους δικούς του ανθρώπους, θα έβρισκε τη διέξοδο.
"...κανείς δε χάνεται τζιέρι μου...", λέγαν οι Σμυρνιές στους μοσχαναθρεμμένους τους.
"...κανείς δε χάνεται, τίποτα δε θα γίνει…"
Και τότε υπήρχε διχασμός και εσωτερικές συγκρούσεις για τα πολιτικά ιδεολογήματα και μια υφέρπουσα ναρκισσιστική αισιοδοξία.
Και τότε οι Πολιτικοί κοιτούσαν την επιβίωσή τους στον Πολιτικό στίβο κοντόφθαλμα, συμπεριφερόμενοι «ευφυώς» με τακτικισμούς χωρίς Εθνική Στρατηγική.
Όταν κάποια στιγμή άρχισε το κακό, τότε το πληρώσανε όλοι ανεξαιρέτως και καθολικά είδανε την κόλαση επί γης, ενώ ήτανε αργά να ξυπνήσουν από τον αυτάρεσκο ύπνο τους.
Οι «ευέλικτοι» και «ευφυείς» αστοί που είχαν το ένα πόδι στα καλούδια της μακραίωνης ομολογουμένως αστικής τους καταγωγής - επίσημα πολίτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που κατέρρεε - και το άλλο πόδι βουτηγμένο στη Μεγάλη Ιδέα, κάνανε τις κινήσεις τους πορευόμενοι τη μέση οδό.
Έτσι και τώρα, λίγοι συνομιλούν ... ενώ η φωτιά ζυγώνει. Και οι πολλοί πορεύονται τη μέση οδό της ευελιξίας και της πολιτικής ορθότητας.
…και τώρα για μια φορά ακόμη το μήνυμα «να κοιτάς την οικογένειά σου και άσε τους άλλους», συνδυασμένο με μπόλικη φοβικότητα πασπαλισμένη με περίσσια πονηριά, μας οδηγεί στην ίδια κατιούσα!
Υπάρχει, όμως, μια τρομακτική διαφορά σε σχέση με το παρελθόνΟ Ελληνισμός πάντοτε άνθιζε ξανά από τα κλαδεμένα του κλαριά. Έβρισκε τρόπους να αναζωογονηθεί.
ΤΩΡΑ δεν υπάρχουν κλαδιά για να κοντύνουν άλλο.
ΤΩΡΑ θα την πληρώσει ο κορμός, μια κι έξω.
Ο ίδιος κορμός που αρνείται να συνομιλήσει ψύχραιμα, με αλληλοσεβασμό και ειλικρίνεια στα Μέσα κοινωνικής Δικτύωσης, είναι αυτός που θα υποστεί τις επιπτώσεις της αυτολογοκριμένης του κενολογίας.
Θα είναι χαράματα όταν θα κληθούμε να ωριμάσουμε 3 γενιές μέσα σε λίγες ώρες.
…ένα αλλόκοτο πρωινό όταν θα ακούσουμε την πρώτη τσεκουριά…

17 Απρ 2017

Κάποιοι καλλιτέχνες δεν «φεύγουνε ποτέ»


Νίκος Παπάζογλου (20 Μαρτίου 1948 – 17 Απριλίου 2011)
Γράφει ο Θάνος Τεγόπουλος, Πηγή: http://www.mousikesebeeries.gr/
Κάποιοι καλλιτέχνες δεν «φεύγουνε ποτέ» . Το έργο που αφήνουνε πίσω τους είναι τέτοιο που ο κόσμος είναι ο μοναδικός κριτής που ή θα το αφήσει να ξεχαστεί  ή θα το κουβαλάει για ΠΑΝΤΑ μέσα στο πέρασμα των χρόνων.
Στη χώρα μας έχουμε αρκετούς από αυτούς που λέμε πως δεν πέθαναν ποτέ. Είναι για πολλούς που λέμε ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ένα από αυτούς θα είναι πάντα ο Νίκος Παπάζογλου.
Όλα άρχισαν το 1977 όταν ο Νικόλας  συμμετέχει στην παράσταση “Αχαρνής ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια”, γεγονός που τον φέρνει σε επαφή με τους Διονύση Σαββόπουλο και Μανώλη Ρασούλη. Ένα χρόνο αργότερα ο Νικόλας, ο Σαββόπουλος και ο Νίκος Ξυδάκης δημιουργούν αυτό που έμελλε να αφήσει σφραγίδα στη νεοελληνική μουσική σκηνή, το δίσκο “Η εκδίκηση της Γυφτιάς” με την χαμογελαστή εικόνα του Νίκου σε πρώτο πλάνο.
Το 1984 ηχογραφεί τον πρώτο προσωπικό του δίσκο με τίτλο «Χαράτσι». Εκεί μας έμαθε να μπαίνουμε μέσα τον «Υδροχόο» μας είπε πως με «Το τραγούδι , με το κράσι» μπορούμε να ζούμε όλα μας τα συναισθήματα και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μας έμαθε έναν ακόμα λόγο γιατί ο «Αυγουστός» είναι ο καλύτερος μας μήνας. Αύγουστος έιναι το τραγούδι του Νικόλα όπως είπε και στο καλαντάρι ο Παντελής. Μας είπε πως υπάρχει «Λεμόνι στην Πορτοκαλιά» και εμείς τον πιστέψαμε και μας άρεσε κιόλας. Μας τραγούδησε για κάποια «Τρελή και αδέσποτη», μας έκανε να σηκώσουμε το κεφάλι μας προς τον ουρανό για να δούμε το «’Αστρο του Πρωινού». Έφερε τα πάνω-κάτω και τα μπρός-πίσω. Εδώ «Φύσηξε Βοριάς από τον Νοτία» στα άλλα θα κόλλαγε…. Ακόμα και εκεί στην αγαπημένη του πόλη ο «Βαρδάρης φύσηξε λες και ήτανε μόνο και μόνο για τον Νικόλα και καθάρησε τα πάντα».
Το 1986 «Μέσο Νεφών» μας τραγούσε για την αγάπη και μας είπε «πως ένα και ένα κάνουν τελικά ένα» και μας έβαλες σε σκέψεις και εκεί που ήμασταν απόλυτοι βέβαιοι πως ο χρόνος είναι σκληρός σαν πέτρα και αλύγιστος, αυτός μας βρήκε την ρωγμή του και μας πήγε από  «του Διογένη το πιθάρι ως του Ουλιάνωφ το μειδίαμα.»
«Μάτια μου μάτια μου λιμνοθάλασσες καθρέφτες να περνάς, να κοιτάς και να βλέπεις ποιοι είν’ οι φταίχτες». Το 1991 μας έκανε με τα «Σύνεργα» να τον κοιτάμε στα μάτια με καθαρό και κρυστάλλινο βλέμμα. Βεβαια ήξερε πάντα να μιλάει σε αυτήν και να της λέει τα πράγματα με το όνομα τους «Δεν θέλω να’ μαστε ούτε φίλοι, ούτε εχθροί θέλω απλά να μην θυμάμαι».
Το 1995 στον δίσκο «Όταν κινδυνεύεις παίξε την πουρούδα» μας «ενημέρωσε» πως «δεν είναι ποιητής αλλά στιχάκι». Ένα στιχάκι της στιγμής πάνω σε τοίχο φυλακής και σε παγκάκι.
Μας τραγούδησε και για τον χωρισμό όταν το 2005 στη «Μάγισσα σελήνη»μας είπε πως «ο μαύρος χωρισμός είναι απόφαση του ενός» και μας εξήγησε πως το μοναδικό που μετράει τελικά σε αυτή τη ζωή είναι εκείνες οι «Στιγμές», για «εκείνες τις τρυφερές και λεπτές, σαν κλωστές τυλιγμένες σ’ αδράχτι, σε γυρνούν απαλά, σε μεθούν σιωπηρά, σε γεμίζουν με πείσμα και άχτι.»
Μας τραγούδησε για την πατρίδα μας και φώναξε περίτρανα «Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ και βαθιά σε ευχαριστώ».
Τώρα πια «Κανείς εδώ δεν τραγουδά κανένας δεν χορεύει ακούμε μόνο την πενιά και ο νους μας ταξιδεύει».
Μετά από μάχη που κράτησε σχεδόν ένα χρόνο ο μεγάλος τραγουδοποιός στα 63 του χρόνια πέρασε στην αιωνιότητα. Τα μισά από τα καλύτερα τραγούδια που ακούσαμε τα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν δικά του. Δημιούργησε «σχολή» με το ύφος του, τη γνωστή σχολή της Θεσσαλονίκης. Μιλάμε για τον τύπο με το κόκκινο μαντήλι, τον «ινδιάνο» της ελληνικής μουσικής, Νίκο Παπάζογλου.
…. και όσο για τους Μάγκες. Υπάρχουν μάγκες Νικόλα αλλά είστε όλοι εκεί πάνω.
…Πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου
σε άρπαξε θαρρείς το λεωφορείο

κι έμεινα να κοιτώ καθώς χανόσουνα

κι έφτανε ως το κόκαλο το κρύο.

7 Απρ 2017

Από τον κοινοβουλευτισμό στη λαοκρατία

John Trumbull (1756-1843), The Signing of the Constitution
Του Κώστα Μποτόπουλου, από το e κύκλος
Η πρόσφατα ανακοινωθείσα «πρόταση» της κυβερνώσας παράταξης για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να εκπλήσσει. Διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του τρόπου πολιτεύεσθαι του κόμματος από το οποίο προέρχεται:
- την ατυπία - εξ ου και τα εισαγωγικά στη λέξη «πρόταση», η οποία δημοσιοποιήθηκε ξαφνικά, ως προϊόν εσωτερικής «Επιτροπής» αγνώστων λοιπών στοιχείων και με σκοπό όχι να κατατεθεί στη Βουλή, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, αλλά να τεθεί σε «λαϊκή διαβούλευση» μη προβλεπόμενη και χωρίς κανένα νομικό κύρος
- την προχειρότητα – εκτείνεται εφ’όλης της ύλης κι ακόμα παραπάνω (ως και την αρίθμηση των άρθρων του Συντάγματος αγγίζει για λόγους εντυπωσιασμού)· αλλάζει, ως μη όφειλε, όχι μόνο την «αρχιτεκτονική» αλλά και τις ισορροπίες της πολιτειακής τάξης βρίθει «προτάσεων» ατελών και ανεπεξέργαστων («να τεθεί σε δημόσιο διάλογο το ερώτημα για την αποτελεσματική λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών», «πληρέστερη διατύπωση των άρθρων για την προστασία της υγείας», «ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των περιφερειακών οργάνων και των ΟΤΑ», «πρόβλεψη για ανακατανομή του πλούτου προς επίτευξη πραγματικής ισότητας», «ενίσχυση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της Βουλής», «διασάφηση του τρόπου ελέγχου των δημοσίων οικονομικών από το Ελεγκτικό Συνέδριο» κι άλλα παρόμοια)· αγγίζει θέματα εκτός συνταγματικής ύλης ή ήδη ρυθμιζόμενα (καθιέρωση εκλογικού συστήματος, προσδιορισμός θητειών βουλευτών, ρύθμιση του τρόπου χρηματοδότησης των κομμάτων, πρόβλεψη, που υπάρχει ήδη, για την ψήφο των εκτός Επικρατείας Ελλήνων)· έχει υπερβολικά πολλές κακοτεχνίες, στις οποίες αναγκαστικά θα επανέλθω.
- τον συγκρουσιακό χαρακτήρα –τον οποίο όχι μόνον διεκδικεί προγραμματικά με την περίφημη δήλωση των μελών της Επιτροπής, ότι, «ως προς τα κρίσιμα διλήμματα η αναθεώρηση δεν μπορεί να είναι συναινετική», αλλά και πραγματώνει μέσα από προτάσεις επί των οποίων εξαρχής γνωρίζει ότι δεν μπορούν να τύχουν της παραμικρής πολιτικής και επιστημονικής συναίνεσης. Παρά το ότι η ίδια η φύση του αναθεωρητικού διαβήματος αλλά και η κατάστρωσή του στο ελληνικό Σύνταγμα είναι, και καλώς είναι, κατεξοχήν συναινετική
- την επικινδυνότητα, τέλος, αφού τον πυρήνα της αποτελούν «προτάσεις», τις οποίες ας μου επιτραπεί να αποκαλέσω «μπολιβαριανές», που, αν ποτέ υλοποιούνταν, θα μετέτρεπαν το πολίτευμά μας από κοινοβουλευτικό σε ένα είδος κακοχωνεμένης λαοκρατίας.
Αναλυτικά τις «προτάσεις» θα χώριζα σε τρεις άνισες κατηγορίες: συζητήσιμες, κακότεχνες και «μπολιβαριανές».
Στις πρώτες θα κατέτασσα την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου, του οποίου μάλιστα ο ίδιος ο τύπος περιέχεται εντός του Συντάγματος, για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους βουλευτές (άρθρα 33 και 59 και όχι 13, όπως αναφέρει η «πρόταση»)· τη σύσταση εξεταστικών Επιτροπών με πρόταση και μειοψηφίας 120 βουλευτών΄ την σε περίπτωση πρόωρης διάλυσης της Βουλής διάρκεια της επόμενης Βουλής μόνο για το διάστημα που απέμενε για την ολοκλήρωση πλήρους θητείας της πρόωρα διαλυθείσας την «κανονικοποίηση» του τρόπου δίωξης των Υπουργών (άρθρο 86), που αποτελεί ώριμο και γενικό αίτημα, γύρω από το οποίο θα μπορούσε να βρεθεί, παρά τις διακηρύξεις της κυβέρνησης, συναίνεση· και, με κάποιες επιφυλάξεις, την ιδέα περί «εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας» (άρθρο 84), καθώς και τη συγκέντρωση υπογραφών από τους πολίτες για τη εισαγωγή νομοθεσίας στη Βουλή, χωρίς βέβαια τα σχετικά «νομοθετικά δημοψηφίσματα». Λίγες διατάξεις και σε ζητήματα όχι πρώτης γραμμής, τέτοια που να δικαιολογούν ένα ολόκληρο αναθεωρητικό διάβημα.
Κακότεχνη, και υποκρύπτουσα αδικαιολόγητη ατολμία, είναι η πρόταση για την –«πλήρη» μάλιστα- «διακριτότητα» (sic) Κράτους και Εκκλησίας δια μέσου «αναγνώρισης της ορθοδοξίας ως ιστορικά επικρατούσας θρησκείας»: ούτε ο όρος «ιστορικά επικρατούσα» έχει το παραμικρό κανονιστικό περιεχόμενο (η κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος «επικρατούσα θρησκεία» έχει οδηγήσει σε οιονεί κρατικό ρόλο, τον οποίο η προσθήκη της λέξης «ιστορικώς» ουδόλως θα επηρέαζε), ούτε η υπαναχώρηση ενός «Αριστερού», κατά δήλωση του, κόμματος από την πάγια θέση του περί πλήρους εξάλειψης της αναφοράς σε επικρατούσα θρησκεία δικαιολογείται με κριτήρια άλλα από το πολιτικό κόστος, τη ψηφοθηρία και τον κατευνασμό του ήσσονος κυβερνητικού εταίρου.
Κακότεχνες, και γενεσιουργοί πολιτειακής αλλοίωσης, είναι οι προτεινόμενες «ενισχύσεις» των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ας δεχτούμε ότι θα είχε κάποιο νόημα (αν και, ως επαναφορά καταργηθεισών «υπερεξουσιών», θα έδιναν, κατά τη γνώμη μου, αρνητικό πολιτικό συμβολισμό) η δυνατότητα απεύθυνσης στη Βουλή, σύγκλησης του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών (την οποία πάντως η ανυπαρξία σχετικής διάταξης δεν έχει εμποδίσει την περίοδο της κρίσης) και, ίσως, και «έκδοσης» (sic) διαγγελμάτων. Όμως ο διορισμός εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας (και μάλιστα κατ’ αποκλειστικότητα) της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, των ανεξαρτήτων αρχών, καθώς και η ανάμιξη του στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων θα του προσέδιδαν προνομίες όχι πλέον ρυθμιστή αλλά «πολιτικού παίκτη» -αυτές ακριβώς που κατάργησε, και ορθώς, η αναθεώρηση του 1986. Η ενίσχυση αρμοδιοτήτων πρέπει να ειδωθεί σε συνδυασμό με τον προτεινόμενο τρόπο εκλογής του Προέδρου, που τύποις περνά από δύο προσπάθειες εκλογής από τη Βουλή, αλλά στην πράξη θα οδηγούσε πάντα σε απευθείας εκλογή από το λαό, αφού στη Βουλή απαιτείται σταθερή πλειοψηφία δύο τρίτων, ενώ και το ίδιο το αντιπροσωπευτικό σώμα δεν θα ρίσκαρε ποτέ να κατηγορηθεί ότι στάθηκε εμπόδιο στη «λαϊκή έκφραση». Με όλα αυτά είναι βέβαιο ότι ο Πρόεδρος θα (ξανα)γινόταν ένας ισχυρός και αυτόνομος πόλος της εκτελεστικής εξουσίας –και ένας ακόμα Καραμανλής θα δικαιωνόταν αναδρομικά από μια «Αριστερή» κυβέρνηση.
Κακότεχνη, και εντελώς αλλοπρόσαλλη, είναι και η κατάστρωση ενός νέου τύπου ελέγχου συνταγματικότητας, που συνδυάζει, ή μάλλον συγχέει, στοιχεία «προληπτικού» (αλλά μόνο σε γνωμοδοτικό επίπεδο) και κατασταλτικού (από ένα «Σούπερ Ανώτατο» αλλά υπό τη πλήρη επιρροή του Προέδρου της Δημοκρατίας Δικαστήριο), όπως επίσης και «διάχυτου» (τύποις η αρμοδιότητα θα παρέμενε σε όλα τα δικαστήρια αλλά αυτά θα υποχρεούνταν να παραπέμπουν ζητήματα συνταγματικότητας στο «Σούπερ» Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο) και συγκεντρωτικού ελέγχου. Η κυβερνητική «πρόταση», μη παίρνοντας θέση στο μόνο ουσιαστικό δίλημμα: διατήρηση του διάχυτου ελέγχου η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, πετυχαίνει το ακατόρθωτο: να αποδυναμώσει το ισχύον και, τουλάχιστον ως την έναρξη της κρίσης, μάλλον αποτελεσματικό σύστημα, χωρίς να εγκαθιδρύσει ένα άλλο που να απαντά στο αίτημα ταχύτητας και καθαρότητας. Αντίθετα: το υβρίδιο που προτείνει θα δημιουργούσε πλήρη ανασφάλεια δικαίου.
Πιο επικίνδυνες από όλες όμως είναι οι «μπολιβαριανές» διατάξεις που περιέχονται στην κυβερνητική «πρόταση». Ο συνδυασμός θεσμοποίησης της απλής αναλογικής και δυνατότητας σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας με «ψήφο εμπιστοσύνης» (αντίθετης στην αρχή της δεδηλωμένης) 120 μόνο βουλευτών θα οδηγούσε νομοτελειακά σε ακυβερνησία –και άρα σε συνεχείς εκλογές και άρα σε διαρκή καταφυγή στη «λαϊκή βούληση». Από την άλλη, η υπερφόρτωση του θεσμού του δημοψηφίσματος και η διάχυση του σε πεδία μη συμβατά με δημοψηφισματικού τύπου αποφάνσεις -την ανάκληση του Προέδρου της Δημοκρατίας, την κύρωση των διεθνών συνθηκών και την επικύρωση της συνταγματικής αναθεώρησης-, σε συνδυασμό με την υποχρεωτικότητα διεξαγωγής δημοψηφισμάτων για εθνικά και νομοθετικά θέματα μέσω συγκέντρωσης ενός ορισμένου αριθμού υπογραφών, αναδεικνύουν τη λαοκρατική, αν όχι οχλοκρατική, αντίληψη της παρούσας κυβέρνησης. Λιγότερο προφανείς, αλλά στην ίδια, κατά τη γνώμη μου, κατεύθυνση, είναι και προτάσεις γαργαλήματος των «λαϊκών» αντανακλαστικών, όπως η πλήρης κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας (άλλο να είναι υπόλογοι οι βουλευτές, άλλο να δίνονται βορά στους ζηλωτές και στο πλήθος), η υποχρέωση ο Πρωθυπουργός να είναι πάντα εν ενεργεία βουλευτής (ενώ σημασία έχει η επιλογή προσώπου εκ μέρους του κυβερνώντος κόμματος ή συνασπισμού και η εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Βουλής στο υποδεικνυόμενο πρόσωπο), ή η δήθεν προστασία «δημόσιων αγαθών» ή «εργασιακών δικαιωμάτων» με τη μόνη εγγραφή τους στο Σύνταγμα (λες και δεν είναι ήδη συνταγματική υποχρέωση της κάθε κυβέρνησης να προστατεύει, μέσω σταθμίσεων και επιλογών, και τα μεν και τα δε).
Με αυτή τη σειρά «προτάσεων», η ευθύνη φεύγει από τα εκλεγμένα όργανα της Πολιτείας και μετατίθεται διαρκώς στο λαό, ακόμα και για απολύτως τεχνικά θέματα, ακόμα και για δύσκολες πολιτικές σταθμίσεις που δεν χωρούν σε ένα Ναι ή ένα Όχι. Θα ήθελαν να μας γυρίσουν σε εποχές «δημοψηφισμάτων» όπως αυτά του προηγουμένου Αρχιεπισκόπου (που κι εκείνος είχε συγκεντρώσει ένα εκατομμύριο υπογραφές για ένα ζήτημα που θα μας έστελνε στα διεθνή δικαστήρια) με το βλέμμα στραμμένο στον Τσάβες και στα κακέκτυπά του.
Από τη Δημοκρατία της ευθύνης, της εθνικής συνεννόησης και των δύσκολων αλλά στιβαρών αποφάσεων υπέρ του γενικού συμφέροντος, η κυβερνητική πρόταση θα οδηγούσε σε μια Δημοκρατία λαϊκιστικής επίφασης και ακυβερνησίας. Παρόλο που το πολιτικό αυτό σχέδιο δεν θα υλοποιηθεί, το πλήγμα που έχει επιφέρει στο Σύνταγμα και τους θεσμούς είναι ήδη βαρύ.

29 Μαρ 2017

Η Ιστορία στα μέτρα μας

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφία του Δήμου Σακελλαρίου: ο Νίκος Μπελογιάννης με το γαρύφαλλο στη δίκη του
Του Ανδρέα Πετρουλάκη, από τους protagon.gr
Αν κανείς προσπαθήσει να συγκεράσει τις ρητορικές ιδεολογικές συντεταγμένες του Αλέξη Τσίπρα σε μία συνισταμένη, άνετα συμπεραίνει ότι ο Φιντέλ Κάστρο και ο Νίκος Μπελογιάννης αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διαφύλαξη της ευρωπαϊκού κεκτημένου γιατί η σκέψη του Προέδρου Μάο είναι πάντα επίκαιρη. Αυτός ο αχταρμάς προκύπτει από τη ρηχότητα και την ευκολία με την οποία ιδιοποιείται και προβάλλει στο παρόν δάνεια μύθων, φαντασιακών ή πραγματικών, γιατί έτσι νομίζει ότι δικαιώνει την ατομική του διαδρομή και την πορεία του κόμματός του.
Το κομμουνιστικό ηρωολόγιο βρίσκεται πάντα στη φαρέτρα του (χωρίς ποτέ να αρθρώνει τη λέξη) – κόβει εύηχες φέτες από ιστορικές προσωπικότητες και στιγμές και τις σφηνώνει σαν πασάλους για να κρατήσει σταθερό ένα ιδεολογικά ρημαγμένο κόμμα.
Είναι λάθος ανάγνωση και της ιστορίας και της πολιτικής. Όπως λάθος είναι και η ακριβώς αντίθετη ανάγνωση, αυτή που κάνουν διάφοροι μετά Χριστόν προφήτες τις μέρες αυτές, επίσης για να δικαιωθούν οι ίδιοι. Αυτοί δηλαδή που υποτιμούν το βάρος της ιστορικής στιγμής και διαβάζουν την Ιστορία ανάποδα, με τη σημερινή γνώση των εξελίξεων που ακολούθησαν. Που με αβαθείς μηχανιστικές αναλύσεις, στην ουσία απλές αναγωγές, καταλήγουν ότι ο Μπελογιάννης και οι άλλοι αγωνιστές του ΚΚΕ ήσαν εγκληματίες γιατί σκοπό είχαν να μετατρέψουν τη χώρα σε ένα από τα καθεστώτα που κατέρρευσαν το ’89. Όχι, δεν είχαν αυτόν το σκοπό – έζησαν στην εποχή που γραφόταν η ιστορία που είχε την κατάληξη που γνωρίζουμε όλοι τώρα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους που ξόδεψαν τη ζωή τους σε φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια ή εκτελέσεις είχαν την πεποίθηση ενός ευγενούς ιδεώδους που τώρα γνωρίζουμε ότι ήταν ιστορική αυταπάτη – τότε δεν το γνώριζαν ούτε οι αντίπαλοί τους. Και κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει την αίγλη της αυταξίας της θυσίας.
Στην υποδαύλιση του αισθήματος ηθικής υπεροχής βοηθούσε ότι απέναντί τους δεν είχαν τίποτα αγγελούδια. Είχαν μία ημιδημοκρατία στην οποία μεσουρανούσαν οι δοσίλογοι της Κατοχής, οι πληρωμένοι χαφιέδες, το σκληρό κατασταλτικό κράτος της Δεξιάς, οι πρόγονοι της Χούντας, το βασιλικό παρακράτος, ένας σκοτεινός συρφετός που έκανε τον δικό τους αγώνα να φαντάζει ακόμα πιο ανιδιοτελής και ενάρετος. Τώρα ξέρουμε την ιστορική ειρωνεία, αυτή η μαύρη αντίδραση αντικειμενικά θεμελίωνε το μέλλον μιας ευρωπαϊκής δυτικής δημοκρατίας και η ουτοπική θυσία των ιδεολόγων κομμουνιστών θα αποτύγχανε να μας βυθίσει στο ζόφο του ολοκληρωτισμού.
Επίσης ξέρουμε την πορεία των χαμένων του Εμφυλίου μέχρι τις μέρες μας, και αυτό θα έπρεπε να κάνει σοφότερους τους ιστορικούς μηδενιστές. Το ΚΚΕ, μολονότι συμμετείχε σε ένα πολιτικό σύστημα που δεν πίστευε, αποτελούσε πάντα έναν από τους θεσμικούς πυλώνες της λειτουργίας της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας μας, με άψογη κοινοβουλευτική συμπεριφορά και περιφρουρημένους κοινωνικούς αγώνες, κάποιοι δε από αυτούς που σήμερα θεωρούν ξένο κατάσκοπο και προδότη της πατρίδας τον Μπελογιάννη συνεργάστηκαν με τους συντρόφους του σε κυβερνητικό σχήμα.
Όσο δεν ήταν αγωνιστής της Δημοκρατίας ο Νίκος Μπελογιάννης άλλο τόσο δεν ήταν προδότης. Βρέθηκε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι και διάλεξε τη μία διαδρομή, όπως εκατομμύρια άνθρωποι της εποχής του σε όλον τον κόσμο. Το ότι η επιλογή κατέληγε στον όλεθρο το ξέρουμε τώρα. Είναι εύκολο να εκκενώνεις την Ιστορία από τη δυναμική και το δράμα της και ακόμα ευκολότερο να την εργαλειοποιείς για να την προσαρμόσεις στις σημερινές σου ανάγκες. Αλλά είναι λάθος.